Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Jolt
01
αιφνίδια κίνηση, σπασμωδική κίνηση
an abrupt spasmodic movement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jolts
02
κλονισμός, χτύπημα
a sudden jarring impact
03
κλονισμός, σοκ
a sudden strong feeling of shock, surprise, or excitement
Παραδείγματα
The sudden announcement caused a jolt of excitement among the students.
Η ξαφνική ανακοίνωση προκάλεσε ένα σοκ ενθουσιασμού ανάμεσα στους μαθητές.
to jolt
01
ταρακουνώ, σπρώχνω απότομα
move or cause to move with a sudden jerky motion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
jolt
γ΄ ενικό πρόσωπο
jolts
ενεστώτα μετοχή
jolting
απλός αόριστος
jolted
παθητική μετοχή
jolted
02
ταρακουνώ, ταράζω
disturb (someone's) composure
Λεξικό Δέντρο
jolty
jolt



























