jolt
jolt
ʤəʊlt
τζεουλτ
coltvoltmoltbolt

Ορισμός και σημασία του "jolt"στα αγγλικά

01

an abrupt spasmodic movement 

γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
jolts
Παραδείγματα
The machine gave a sudden jolt and stopped. 
02

a sudden jarring impact 

Παραδείγματα
The truck hit the pothole with a heavy jolt. 
03

κλονισμός, σοκ

a sudden strong feeling of shock, surprise, or excitement 
Παραδείγματα
The news of the accident gave her a jolt of fear. 

Η είδηση του ατυχήματος της προκάλεσε ένα σοκ φόβου.

to jolt
01

move or cause to move with a sudden jerky motion 

γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
jolt
γ΄ ενικό πρόσωπο
jolts
ενεστώτα μετοχή
jolting
απλός αόριστος
jolted
παθητική μετοχή
jolted
Παραδείγματα
The bus jolted forward as the driver released the brake. 
02

disturb (someone's) composure 

μεταφορικό
Παραδείγματα
The unexpected accusation jolted him out of his usual composure. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

jolty
jolt
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store