jolt
jolt
ʤoʊlt
jowlt
/d‍ʒˈə‍ʊlt/

Ορισμός και σημασία του "jolt"στα αγγλικά

01

αιφνίδια κίνηση, σπασμωδική κίνηση

an abrupt spasmodic movement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jolts
02

κλονισμός, χτύπημα

a sudden jarring impact
03

κλονισμός, σοκ

a sudden strong feeling of shock, surprise, or excitement
Παραδείγματα
The sudden announcement caused a jolt of excitement among the students.
Η ξαφνική ανακοίνωση προκάλεσε ένα σοκ ενθουσιασμού ανάμεσα στους μαθητές.
to jolt
01

ταρακουνώ, σπρώχνω απότομα

move or cause to move with a sudden jerky motion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
jolt
γ΄ ενικό πρόσωπο
jolts
ενεστώτα μετοχή
jolting
απλός αόριστος
jolted
παθητική μετοχή
jolted
02

ταρακουνώ, ταράζω

disturb (someone's) composure
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store