jolt
jolt
ʤəʊlt
jewlt
boltdoltvoltholt

Ορισμός και σημασία του "jolt"στα αγγλικά

01

αιφνίδια κίνηση, σπασμωδική κίνηση

an abrupt spasmodic movement 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jolts
02

κλονισμός, χτύπημα

a sudden jarring impact 
03

κλονισμός, σοκ

a sudden strong feeling of shock, surprise, or excitement 
Παραδείγματα
The news of the accident gave her a jolt of fear. 

Η είδηση του ατυχήματος της προκάλεσε ένα σοκ φόβου.

to jolt
01

ταρακουνώ, σπρώχνω απότομα

move or cause to move with a sudden jerky motion 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
jolt
γ΄ ενικό πρόσωπο
jolts
ενεστώτα μετοχή
jolting
απλός αόριστος
jolted
παθητική μετοχή
jolted
02

ταρακουνώ, ταράζω

disturb (someone's) composure 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store