Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Aril
01
αρίλλιο, σαρκώδες κάλυμμα σπόρων
fleshy and usually brightly colored cover of some seeds that develops from the ovule stalk and partially or entirely envelops the seed
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
arils



























