john
john
ʤɒn
jon
yuanswanyawnbonn

Ορισμός και σημασία του "john"στα αγγλικά

01

τουαλέτα, αποχωρητήριο

a room or building equipped with one or more toilets 
john definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
johns
02

πελάτης μιας πόρνης, πελάτης

a prostitute's customer 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store