Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Jock
01
αιδοιοπροστατευτικό, προστατευτικό γεννητικών οργάνων
a support for the genitals worn by men engaging in strenuous exercise
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jocks
02
αθλητής, σπορτσμέν
a person trained to compete in sports
03
ένας αθλητής, ένας φοιτητής αθλητής
a male student athlete, often stereotyped as sporty but not academic
αργκό
Παραδείγματα
He's the classic jock, always in a letterman jacket.
Είναι ο κλασικός αθλητής, πάντα με σακάκι γράμματος.



























