jobless
job
ˈʤɑb
τζαμπ
less
ləs
λασ
/d‍ʒˈɒbləs/

Ορισμός και σημασία του "jobless"στα αγγλικά

01

άνεργος, χωρίς εργασία

not having work or employment
Παραδείγματα
The economic crisis left thousands jobless.
Η οικονομική κρίση άφησε χιλιάδες ανθρώπους άεργους.
02

άεργος, αδρανής

having nothing better to do, wasting time on trivial or petty matters
Slang
Παραδείγματα
The prank was funny, but also kind of jobless.
Η φάρσα ήταν αστεία, αλλά και κάπως άνεργη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store