Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
jobless
01
άνεργος, χωρίς εργασία
not having a job
02
άεργος, αδρανής
having nothing better to do, wasting time on trivial or petty matters
Παραδείγματα
The prank was funny, but also kind of jobless.
Η φάρσα ήταν αστεία, αλλά και κάπως άνεργη.
Λεξικό Δέντρο
jobless
job



























