Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
jobless
01
άνεργος, χωρίς εργασία
not having work or employment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most jobless
συγκριτικός βαθμός
more jobless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He has been jobless for six months.
Είναι άνεργος εδώ και έξι μήνες.
02
άεργος, αδρανής
having nothing better to do, wasting time on trivial or petty matters
αργκό
Παραδείγματα
Posting those memes all day is so jobless.
Το να δημοσιεύεις αυτά τα μιμ όλη μέρα είναι τόσο ανεργία.
Λεξικό Δέντρο
jobless
job



























