jingo
jin
ˈʤɪn
jin
go
gəʊ
gew
bingolingodingoolingo

Ορισμός και σημασία του "jingo"στα αγγλικά

01

σωβινιστής, πολεμοκάπηλος

a person who strongly advocates for war and aggressive nationalism 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jingoes
Παραδείγματα
The novel portrayed the protagonist as a jingo, blindly advocating for military actions. 

Το μυθιστόρημα απεικόνιζε τον πρωταγωνιστή ως ένα τζίνγκο, υποστηρίζοντας τυφλά τις στρατιωτικές ενέργειες.

Λεξικό Δέντρο

jingoism
jingoist
jingo
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store