jet lag
jet
ʤɛt
jet
lag
læg
lāg

Ορισμός και σημασία του "jet lag"στα αγγλικά

01

τζετ λαγκ, κούραση από αλλαγή ζώνης ώρας

the confusion and tiredness one can experience after a long flight, particularly when rapidly traveling across multiple time zones 
jet lag definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
After flying from New York to Tokyo, she experienced severe jet lag for several days. 

Μετά την πτήση από τη Νέα Υόρκη στο Τόκιο, βίωσε έντονο jet lag για αρκετές ημέρες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store