jerk-off
jerk
ʤɜ:k
jēk
off
ɒf
of
jerkoff

Ορισμός και σημασία του "jerk-off"στα αγγλικά

01

μαλάκας, αρχίδι

a male who behaves in an obnoxious, rude, inappropriate, or socially clueless way 
Dialectamerican flagAmerican
jerk-off definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
The jerkoff at the gym was dropping weights and grunting like an animal. 

Ο ηλίθιος στο γυμναστήριο έριχνε τα βάρη και γρύλιζε σαν ζώο.

02

αυτοϊκανοποιούμενος, μαστουρμπατόρ

a person who masturbates 
Dialectamerican flagAmerican
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jerk-offs
Παραδείγματα
He locked the door to be a jerkoff in peace. 

Κλείδωσε την πόρτα για να είναι ένας αυτοϊκανοποιούμενος με ηρεμία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store