Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Jelly
01
ζελέ, μαρμελάδα
a type of food made of fruit juice, sugar, and pectin which people put on bread
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She had a sweet tooth craving, so she indulged in a peanut butter and jelly sandwich.
Είχε όρεξη για γλυκό, οπότε απολάμβανε ένα σάντουιτς με φυστικοβούτυρο και μαρμελάδα.
02
ζελέ, μαρμελάδα
a cold soft dessert made with fruit juice, sugar, and gelatin
Dialect
British
03
ζελέ, οποιαδήποτε ουσία με την σύσταση ζελέ ή ζελατίνης
any substance having the consistency of jelly or gelatin
to jelly
01
ζελατινώνω, μετατρέπω σε ζελέ
make into jelly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
jelly
γ΄ ενικό πρόσωπο
jellies
ενεστώτα μετοχή
jellying
απλός αόριστος
jellied
παθητική μετοχή
jellied
jelly
01
ζηλιάρα, φθονερή
feeling jealous or envious of someone or something
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
jelliest
συγκριτικός βαθμός
jellier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She's so jelly of your new shoes.
Ζηλεύει πολύ τα καινούργια σου παπούτσια.



























