jelly
je
ˈʤɛ
τζε
lly
li
λι
/d‌ʒˈɛli/

Ορισμός και σημασία του "jelly"στα αγγλικά

01

ζελέ, μαρμελάδα

a type of food made of fruit juice, sugar, and pectin which people put on bread
Dialectamerican flagAmerican
jelly definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The bakery introduced a new pastry filled with raspberry jelly.
Το φούρνο εισήγαγε ένα νέο γλυκό γεμιστό με ζελέ σμέουρου.
02

ζελέ, μαρμελάδα

a cold soft dessert made with fruit juice, sugar, and gelatin
Dialectbritish flagBritish
Jell-Oamerican flagAmerican
jelly definition and meaning
03

ζελέ, οποιαδήποτε ουσία με την σύσταση ζελέ ή ζελατίνης

any substance having the consistency of jelly or gelatin
to jelly
01

ζελατινώνω, μετατρέπω σε ζελέ

make into jelly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
jelly
γ΄ ενικό πρόσωπο
jellies
ενεστώτα μετοχή
jellying
απλός αόριστος
jellied
παθητική μετοχή
jellied
01

ζηλιάρα, φθονερή

feeling jealous or envious of someone or something
Slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
jelliest
συγκριτικός βαθμός
jellier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
I was jelly at first, but now I'm happy for them.
Ήμουν ζηλιάρης στην αρχή, αλλά τώρα είμαι χαρούμενος για αυτούς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store