luxuriatelysosome
από 23
luxuriatelysosome
luxuriate[v]

ακμάζω,ανθώ

luxurious[adj]

πολυτελής,περιποιημένος

luxuriously[adv]

πολυτελώς,περιποιημένα

luxury[n][adj]

πολυτέλεια • πολυτελής,λυκούσιος

luxury hotel[n]

πολυτελές ξενοδοχείο

lv[adj]

πενήντα πέντε,LV

lvi[adj]

πενήντα έξι,πενήνταέξι

lvii[adj]

πενήντα επτά,πενήντα συν επτά

lviii[adj]

πενήντα οκτώ,πενήντα οκτώ

lx[n][adj]

εξήντα,ο αριθμός εξήντα • εξήντα,60

lxi[adj]

εξήντα ένα,εξηκοστό πρώτο

lxii[adj]

εξήντα δύο,LXII

lxiii[adj]

εξήντα τρία,τρία περισσότερα από εξήντα

lxiv[adj]

εξήντα τέσσερα,εξήντα τέσσερα

lxv[adj]

εξήντα πέντε,εξήντα συν πέντε

lxvi[adj]

εξήντα έξι,εξήντα έξι

lxvii[adj]

εξήντα επτά,εξήντα συν επτά

lxviii[adj]

εξήντα οκτώ,εξήντα οκτώ

lxx[n][adj]

εβδομήντα,εβδομήντα • εβδομήντα,εβδομήντα

lxxi[adj]

εβδομήντα ένα,εβδομηκοστός πρώτος

lxxii[adj]

εβδομήντα δύο,εβδομήνταδύο

lxxiii[adj]

εβδομήντα τρία,εβδομηντατρία

lxxiv[adj]

εβδομήντα τέσσερα,74

lxxv[adj]

εβδομήντα πέντε,εβδομήνταπέντε

lxxvi[adj]

εβδομήντα έξι,εβδομήνταέξι

lxxvii[adj]

εβδομήντα επτά,εβδομήντα συν επτά

lxxviii[n][adj]

εβδομήντα οκτώ,ογδόντα οκτώ • εβδομήντα οκτώ,εβδομηκοστός όγδοος

lxxx[n][adj]

ογδόντα,δέκα φορές οκτώ • ογδόντα,80

lxxxi[adj]

ογδόντα ένα,ογδοηκοστός πρώτος

lxxxii[adj]

ογδόντα δύο,ογδόντα δύο

lxxxiii[adj]

ογδόντα τρία,ογδόντα τρία

lxxxiv[adj]

ογδόντα τέσσερα,τέσσερα περισσότερα από ογδόντα

lxxxv[adj]

ογδόντα πέντε,ογδονταπέντε

lxxxvi[adj]

ογδόντα έξι,ογδόντα έξι

lxxxvii[adj]

ογδόντα επτά,ογδόντα επτά

lxxxviii[adj]

ογδόντα οκτώ,οκτώ περισσότερα από ογδόντα

lycaenid butterfly[n]

λυκαενίδα πεταλούδα,λυκαενίδα

lycaon pictus[n]

lycaon pictus,αφρικανικός άγριος σκύλος

lycee[n]

λύκειο

lyceum[n]

λύκειο,δημόσια αίθουσα

lychgate[n]

μια στεγασμένη είσοδος σε νεκροταφείο,μια πύλη εισόδου σε εκκλησιαστικό νεκροταφείο με στέγη

lycra[n]

λύκρα,ελαστάνη

lymantria dispar[n]

lymantria dispar,τσιγγάνης σκώρος

lyme disease[n]

νόσος του Lyme,βορρελίωση του Lyme

lymph[n]

λεμφα,λεμφικό υγρό

lymph node[n]

λεμφαδένας,λεμφικός κόμβος

lymph vessel[n]

λεμφαγγείο,λεμφαγωγός

lymphatic[adj]

λεμφατικός,σχετικός με το λεμφικό σύστημα

lymphatic system[n]

λεμφικό σύστημα,λεμφικό δίκτυο

lymphocyte[n]

λεμφοκύτταρο,ένας τύπος λευκών αιμοσφαιρίων που εμπλέκεται στην ανοσοαπόκριση

lymphoid[adj]

λεμφοειδής,λεμφατικός

lymphoma[n]

λεμφώμα,καρκίνος του λεμφικού συστήματος

lynch[v]

λιντσάρω,σκοτώνω χωρίς δίκη

lynx[n]

λύγκας,αγριόγατα

lyonnaise[adj]

λυονέζικος

lyre[n]

λύρα,μικρό πληκτροφόρο μουσικό όργανο σε σχήμα U που προέρχεται από την αρχαία Ελλάδα

lyrebird[n]

λυρόπουλο,μένουρα

lyric[n][adj][v]

στίχοι,κείμενο • λυρικός,συγκινητικός • γράφω στίχους για (ένα τραγούδι),συνθέτω τους στίχους (ενός τραγουδιού)

lyrical[adj]

λυρικός,κατάλληλος για τραγούδι

lyrical abstraction[n]

λυρική αφαίρεση,καλλιτεχνική λυρική αφαίρεση

lyrical dance[n]

λυρικός χορός,εκφραστικός χορός

lyrically[adv]

λυρικά,με λυρικό τρόπο

lyricism[n]

λυρικότητα,ιδιότητα της καταλληλότητας για τραγούδι

lyricist[n]

στιχουργός,συνθέτης τραγουδιών

lysosome[n]

λυσόσωμα,μικρή θύλακα γεμάτη ένζυμα

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή