lysosome
ly
ˈlaɪ
lai
so
some
səʊm
sewm
lysozyme

Ορισμός και σημασία του "lysosome"στα αγγλικά

01

λυσόσωμα, μικρή θύλακα γεμάτη ένζυμα

a small, enzyme-filled sac in a cell that breaks down waste materials and unwanted substances 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lysosomes
Παραδείγματα
Lysosomes act as the "recycling centers" of cells, breaking down and digesting cellular waste materials. 

Τα λυσόσωμα λειτουργούν ως τα «κέντρα ανακύκλωσης» των κυττάρων, διασπώντας και χωνεύοντας τα κυτταρικά απόβλητα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store