die animation
animation
animat͡si̯o:n
animatsion

Ορισμός και σημασία του "animation"στα γερμανικά

01

κινουμένων σχεδίων, καρτούν

Technik zur Erzeugung von Bewegung durch schnelle Abfolge einzelner Bilder oder Figuren 
die Animation definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Animationen
γενική πτώση
Animation
Παραδείγματα
Er schaut gerne Animationen. 

Του αρέσει να βλέπει κινουμένων σχεδίων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

animation
animate
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store