Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Gerichtsgebäude
01
κτίριο δικαστηρίου, δικαστικό μέγαρο
Gebäude, in dem Richter, Anwälte und Parteien rechtliche Verfahren durchführen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Gerichtsgebäudes
πληθυντικός τύπος
Gerichtsgebäude
Παραδείγματα
Das Gerichtsgebäude ist groß.
Το κτίριο του δικαστηρίου είναι μεγάλο.



























