Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Gemeinwesen
01
κοινότητα, κοινωνία
Eine organisierte Gemeinschaft von Menschen, die zusammenleben
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Gemeinwesens
πληθυντικός τύπος
Gemeinwesen
Παραδείγματα
Das Gemeinwesen sorgt für Sicherheit und Ordnung.
Η κοινότητα παρέχει ασφάλεια και τάξη.
Λεξικό Δέντρο
gemeinwesen
gemein
wesen



























