Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
eingefahren
01
εδραιωμένος, ρουτίνας
Durch langjährige Praxis etabliert und schwer zu verändern
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am eingefahrensten
συγκριτικός βαθμός
eingefahrener
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die eingefahrenen Strukturen im Unternehmen sind schwer zu verändern.
Οι εδραιωμένες δομές στην εταιρεία είναι δύσκολο να αλλάξουν.



























