Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Einheimische
[gender: masculine]
01
ντόπιος, γηγενής
Eine Person, die an einem bestimmten Ort geboren wurde oder seit langer Zeit dort lebt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Einheimischen
πληθυντικός τύπος
Einheimische(n)
Παραδείγματα
Die Einheimischen sprechen einen besonderen Dialekt.
Οι ντόπιοι μιλούν μια ξεχωριστή διάλεκτο.



























