Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Einheimische
01
ντόπιος, γηγενής
Eine Person, die an einem bestimmten Ort geboren wurde oder seit langer Zeit dort lebt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
plural
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Einheimische(n)
αρσενικό ενικό
Einheimischer
θηλυκό ενικό
Einheimische
neutral form
Ortsansässige
γενική πτώση
Einheimischen
Παραδείγματα
Die Einheimischen kennen die besten Wanderwege.
Οι ντόπιοι γνωρίζουν τα καλύτερα μονοπάτια πεζοπορίας.
LanGeek



























