Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
einführen
01
εισάγω, εισάγω
Etwas in ein Land oder System bringen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
führen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
führe ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
führt ein
ενεστώτα μετοχή
einführend
απλός αόριστος
führte ein
παθητική μετοχή
eingeführt
Παραδείγματα
Der Staat führte eine Steuer auf Zucker ein.
Το κράτος επέβαλε φόρο στη ζάχαρη.
02
εισάγω, τοποθετώ
Etwas in etwas anderes stecken oder schieben
Παραδείγματα
Der Techniker führt das Kabel in den Computer ein.
Ο τεχνικός εισάγει το καλώδιο στον υπολογιστή.
03
παρουσιάζω, εισάγω
Jemandem oder etwas offiziell bekannt machen
Παραδείγματα
Sie führte das Konzept auf der Konferenz ein.
Εκείνη εισήγαγε την έννοια στη διάσκεψη.



























