Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
einführen
01
εισάγω, εισάγω
Etwas in ein Land oder System bringen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
führen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
führe ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
führt ein
ενεστώτα μετοχή
einführend
απλός αόριστος
führte ein
παθητική μετοχή
eingeführt
Παραδείγματα
Deutschland führt viele Produkte aus Asien ein.
Η Γερμανία εισάγει πολλά προϊόντα από την Ασία.
02
εισάγω, τοποθετώ
Etwas in etwas anderes stecken oder schieben
Παραδείγματα
Der Arzt führt die Sonde vorsichtig ein.
Ο γιατρός εισάγει προσεκτικά τον ανιχνευτή.
03
παρουσιάζω, εισάγω
Jemandem oder etwas offiziell bekannt machen
Παραδείγματα
Der Lehrer führt die neuen Schüler ein.
Παρουσιάζω βοηθά να γνωρίσει κάποιον ή κάτι επίσημα.



























