die einführung
ein
ˈa:n
an
füh
fy:
fy
rung
rʊng
roong
einfügungeinfühlung

Ορισμός και σημασία του "einführung"στα γερμανικά

Die Einführung
01

εισαγωγή, παρουσίαση

Der erste Teil, der etwas erklärt oder vorstellt 
die Einführung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Einführungen
γενική πτώση
Einführung
Παραδείγματα
Die Einführung des Buches ist interessant. 

Η εισαγωγή του βιβλίου είναι ενδιαφέρουσα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store