Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Rückschluss
[gender: masculine]
01
συμπέρασμα, συμπερασμός
Eine Schlussfolgerung, die aus Beobachtungen oder Tatsachen abgeleitet wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Rückschlusses
πληθυντικός τύπος
Rückschlüsse
Παραδείγματα
Daraus kann man doch klare Rückschlüsse ziehen!
Από αυτό μπορεί κανείς να εξάγει σαφείς συμπεράσματα!



























