Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rücksichtslos
01
απερίσκεπτος, απρόσεκτος
Ohne Rücksicht auf andere oder mögliche Konsequenzen zu handeln
Παραδείγματα
Rücksichtsloser Umgang mit Plastik verschmutzt die Ozeane.
Η απερίσκεπτη χρήση του πλαστικού μολύνει τους ωκεανούς.


























