die rücksicht
rück
ˈʁʏk
ruk
sicht
sɪçt
sicht
rücklicht

Ορισμός και σημασία του "rücksicht"στα γερμανικά

Die Rücksicht
01

σεβασμός, προσοχή

Das Verhalten, bei dem auf die Gefühle oder Bedürfnisse anderer Menschen geachtet wird 
die Rücksicht definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Rücksichten
γενική πτώση
Rücksicht
Παραδείγματα
Er zeigt immer viel Rücksicht auf seine Kollegen. 

Πάντα δείχνει πολλή προσοχή στους συναδέλφους του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store