Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Rücksicht
01
σεβασμός, προσοχή
Das Verhalten, bei dem auf die Gefühle oder Bedürfnisse anderer Menschen geachtet wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Rücksicht
πληθυντικός τύπος
Rücksichten
Παραδείγματα
Er zeigt immer viel Rücksicht auf seine Kollegen.
Πάντα δείχνει πολλή προσοχή στους συναδέλφους του.



























