Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
überschulden
01
υπερχρεώνω, βυθίζομαι σε υπερβολικό χρέος
Sich finanziell so stark verschulden, dass die Verbindlichkeiten nicht mehr zurückgezahlt werden können
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
überschulde
γ΄ ενικό πρόσωπο
überschuldet
ενεστώτα μετοχή
überschuldend
απλός αόριστος
überschuldete
παθητική μετοχή
überschuldet
Παραδείγματα
Die Familie droht sich zu überschulden.
Η οικογένεια κινδυνεύει να υπερχρεωθεί.



























