Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mitnotieren
01
κάνω πρόσθετες σημειώσεις, σημειώνω ταυτόχρονα
Während einer Aktivität zusätzliche Notizen anfertigen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
mit
βασικό ρήμα
notieren
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
notiere mit
γ΄ ενικό πρόσωπο
notiert mit
ενεστώτα μετοχή
mitnotierend
απλός αόριστος
notierte mit
παθητική μετοχή
mitnotiert
Παραδείγματα
Die Sekretärin notierte die Beschlüsse mit und verschickte sie per E-Mail.
Η γραμματέας έκανε πρόσθετες σημειώσεις των αποφάσεων και τις έστειλε μέσω email.



























