Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mitnotieren
01
κάνω πρόσθετες σημειώσεις, σημειώνω ταυτόχρονα
Während einer Aktivität zusätzliche Notizen anfertigen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
mit
βασικό ρήμα
notieren
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
notiere mit
γ΄ ενικό πρόσωπο
notiert mit
ενεστώτα μετοχή
mitnotierend
απλός αόριστος
notierte mit
παθητική μετοχή
mitnotiert
Παραδείγματα
Die Studentin notierte die Formeln mit, während der Professor erklärte.
Η φοιτήτρια έκανε πρόσθετες σημειώσεις των τύπων ενώ ο καθηγητής εξηγούσε.



























