mittag
mit
mɪt
mit
tag
ta:g
tag

Ορισμός και σημασία του "mittag"στα γερμανικά

Der Mittag
[gender: masculine]
01

μεσημέρι, ώρα του μεσημεριού

Die Zeit um zwölf Uhr am Tag
der Mittag definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Mittags
πληθυντικός τύπος
Mittage
Παραδείγματα
Er hat um Mittag einen Termin.
Έχει ένα ραντεβού το μεσημέρι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store