Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Mitspieler
[gender: masculine]
01
συνάθλητης, συνεργάτης στο παιχνίδι
Eine Person, die zusammen mit anderen an einem Spiel oder einer sportlichen Aktivität teilnimmt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Mitspielers
πληθυντικός τύπος
Mitspieler
Παραδείγματα
Im Fußball ist es wichtig, dass man seine Mitspieler gut kennt.
Στο ποδόσφαιρο, είναι σημαντικό να γνωρίζεις καλά τους συναθλητές σου.



























