Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mitmachen
01
συμμετέχω, παίρνω μέρος
An einer Aktivität oder einem Ereignis teilnehmen
Παραδείγματα
Du kannst auch mitmachen!
Μπορείς και εσύ να συμμετέχεις!
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
συμμετέχω, παίρνω μέρος