mitmachen
mitmachen
mɪtmaxn
mitmakhn
mitlachen

Ορισμός και σημασία του "mitmachen"στα γερμανικά

mitmachen
01

συμμετέχω, παίρνω μέρος

An einer Aktivität oder einem Ereignis teilnehmen 
mitmachen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
mit
βασικό ρήμα
machen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
mache mit
γ΄ ενικό πρόσωπο
macht mit
ενεστώτα μετοχή
mitmachend
απλός αόριστος
machte mit
παθητική μετοχή
mitgemacht
Παραδείγματα
Willst du beim Spiel mitmachen? 

Θέλεις να συμμετάσχεις στο παιχνίδι;

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store