Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mitmachen
01
συμμετέχω, παίρνω μέρος
An einer Aktivität oder einem Ereignis teilnehmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
mit
βασικό ρήμα
machen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
mache mit
γ΄ ενικό πρόσωπο
macht mit
ενεστώτα μετοχή
mitmachend
απλός αόριστος
machte mit
παθητική μετοχή
mitgemacht
Παραδείγματα
Du kannst auch mitmachen!
Μπορείς και εσύ να συμμετέχεις!



























