Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abverlangen
[past form: verlangte ab]
01
απαιτώ, ζητώ
Von jemandem eine Leistung oder Anstrengung verlangen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ab
βασικό ρήμα
verlangen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verlange ab
γ΄ ενικό πρόσωπο
verlangt ab
ενεστώτα μετοχή
abverlangend
απλός αόριστος
verlangte ab
παθητική μετοχή
abverlangt
Παραδείγματα
Diese Arbeit verlangt viel Geduld ab.
Αυτή η δουλειά απαιτεί πολλή υπομονή.



























