Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abverlangen
01
απαιτώ, ζητώ
Von jemandem eine Leistung oder Anstrengung verlangen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ab
βασικό ρήμα
verlangen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
verlange ab
γ΄ ενικό πρόσωπο
verlangt ab
ενεστώτα μετοχή
abverlangend
απλός αόριστος
verlangte ab
παθητική μετοχή
abverlangt
Παραδείγματα
Die Prüfung verlangte den Studenten viel Konzentration ab.
Η εξέταση απαιτούσε από τους φοιτητές μεγάλη συγκέντρωση.



























