Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abweichen
01
αποκλίνω, απομακρύνομαι
Von einer Norm, Regel oder Erwartung abweichen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ab
βασικό ρήμα
weichen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
weiche ab
γ΄ ενικό πρόσωπο
weicht ab
ενεστώτα μετοχή
abweichend
απλός αόριστος
wich ab
παθητική μετοχή
abgewichen
Παραδείγματα
Sein Geschmack weicht völlig von meinem ab.
Η γεύση του αποκλίνει εντελώς από τη δική μου.



























