Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abwechslungsreich
01
ποικίλος, πολυποίκιλος
Etwas, das durch Vielfalt und häufige Veränderungen interessant und nicht eintönig ist
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am abwechslungsreichsten
συγκριτικός βαθμός
abwechslungsreicher
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Der Urlaub war sehr abwechslungsreich.
Οι διακοπές ήταν πολύ ποικίλες.



























