abweichen
Pronunciation
/ˈapˌvaɪ̯çn̩/

Ορισμός και σημασία του "abweichen"στα γερμανικά

abweichen
01

αποκλίνω, απομακρύνομαι

Von einer Norm, Regel oder Erwartung abweichen
abweichen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ab
βασικό ρήμα
weichen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
weiche ab
γ΄ ενικό πρόσωπο
weicht ab
ενεστώτα μετοχή
abweichend
απλός αόριστος
wich ab
παθητική μετοχή
abgewichen
Παραδείγματα
Sein Geschmack weicht völlig von meinem ab.
Η γεύση του αποκλίνει εντελώς από τη δική μου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store