Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abweichen
01
αποκλίνω, απομακρύνομαι
Von einer Norm, Regel oder Erwartung abweichen
Παραδείγματα
Sein Geschmack weicht völlig von meinem ab.
Η γεύση του αποκλίνει εντελώς από τη δική μου.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
αποκλίνω, απομακρύνομαι