Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Abteilung
[gender: feminine]
01
τμήμα, υπηρεσία
Ein Teil einer Firma oder Organisation
Παραδείγματα
In der Abteilung gibt es viele Aufgaben.
Στο τμήμα υπάρχουν πολλές εργασίες.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
τμήμα, υπηρεσία