Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
überschreiten
01
υπερβαίνω, ξεπερνώ
Eine Grenze, einen Wert oder eine Marke passieren oder höher sein als erlaubt oder erwartet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
über
βασικό ρήμα
schreiten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
überschreite
γ΄ ενικό πρόσωπο
überschreitet
ενεστώτα μετοχή
überschreitend
απλός αόριστος
überschritt
παθητική μετοχή
überschritten
Παραδείγματα
Die Flut überschritt die Warnmarke.
Η πλημμύρα υπερέβη το επίπεδο προειδοποίησης.



























