Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
überhaupt
01
καθόλου, απολύτως
Drückt Verstärkung, Allgemeingültigkeit oder radikale Negation aus
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Ich kann überhaupt nicht schwimmen.
Δεν μπορώ καθόλου να κολυμπήσω.
Λεξικό Δέντρο
überhaupt
über
haupt



























