Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
überhaupt
01
καθόλου, απολύτως
Drückt Verstärkung, Allgemeingültigkeit oder radikale Negation aus
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Ich verstehe das überhaupt nicht.
Δεν καταλαβαίνω αυτό καθόλου.
Λεξικό Δέντρο
überhaupt
über
haupt



























