Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
übergehen
[past form: ging über]
01
περνάω σε, μεταβαίνω σε
Sich allmählich in etwas anderes verwandeln oder weiterentwickeln
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
über
βασικό ρήμα
gehen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
gehe über
γ΄ ενικό πρόσωπο
geht über
ενεστώτα μετοχή
übergehend
απλός αόριστος
ging über
παθητική μετοχή
übergegangen
Παραδείγματα
Seine Skepsis ging schließlich in Vertrauen über.
Ο σκεπτικισμός του τελικά μετατράπηκε σε εμπιστοσύνη.
02
αγνοώ, παραβλέπω
Jemanden oder etwas absichtlich nicht beachten, ignorieren oder ausschließen
Παραδείγματα
Obwohl ich mich meldete, ging der Lehrer mich immer wieder über.
Παρόλο που σήκωσα το χέρι, ο δάσκαλος με αγνοούσε ξανά και ξανά.
Λεξικό Δέντρο
übergehen
über
gehen



























