Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Überblick
01
επισκόπηση, πανοραμική άποψη
Eine umfassende Sicht oder Betrachtung aller relevanten Aspekte eines Themas oder einer räumlichen Situation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Überblick(e)s
πληθυντικός τύπος
Überblicke
Παραδείγματα
Die Drohnenaufnahmen lieferten einen militärischen Überblick über das Gebiet.
Οι λήψεις από τα drone παρείχαν μια στρατιωτική επισκόπηση της περιοχής.
02
περίληψη, επισκόπηση
Eine komprimierte Darstellung der wesentlichen Punkte
Παραδείγματα
Die Broschüre bietet einen nützlichen Überblick über Studienmöglichkeiten.
Το φυλλάδιο προσφέρει μια χρήσιμη επισκόπηση των επιλογών σπουδών.
Λεξικό Δέντρο
überblick
über
blick



























