Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Überblick
01
επισκόπηση, πανοραμική άποψη
Eine umfassende Sicht oder Betrachtung aller relevanten Aspekte eines Themas oder einer räumlichen Situation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Überblicke
γενική πτώση
Überblick(e)s
Παραδείγματα
Vom Berggipfel hat man einen perfekten Überblick über das Tal.
Από την κορυφή του βουνού, έχεις μια τέλεια επισκόπηση της κοιλάδας.
02
περίληψη, επισκόπηση
Eine komprimierte Darstellung der wesentlichen Punkte
Παραδείγματα
Am Ende jedes Kapitels findet sich ein kurzer Überblick der wichtigsten Punkte.
Στο τέλος κάθε κεφαλαίου, υπάρχει μια σύντομη επισκόπηση των πιο σημαντικών σημείων.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
überblick
über
blick



























