Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zusammenhalten
01
διατηρώ μια ισχυρή σύνδεση ή ενότητα, μένουμε ενωμένοι
Eine starke Verbindung oder Einheit bewahren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
zusammen
βασικό ρήμα
halten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
halte zusammen
γ΄ ενικό πρόσωπο
hält zusammen
ενεστώτα μετοχή
zusammenhaltend
απλός αόριστος
hielt zusammen
παθητική μετοχή
zusammengehalten
Παραδείγματα
Wir müssen in schwierigen Zeiten zusammenhalten.
Πρέπει να κρατηθούμε ενωμένοι σε δύσκολες στιγμές.
02
κρατώ μαζί, διατηρώ την ενότητα
mehrere Dinge gemeinsam festhalten oder beisammen halten
Παραδείγματα
Sie hielt die Blätter zusammen.
Κράτησε τα φύλλα μαζί.
03
κρατιούνται ενωμένοι, παραμένουν ενωμένοι
fest miteinander verbunden sein oder bleiben
Παραδείγματα
Die nassen Seiten hielten zusammen.
Οι υγρές σελίδες κρατιούνταν μαζί.
Λεξικό Δέντρο
zusammenhalten
zusammen
halten



























