Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zugreifen
01
αρπάζω, πιάνω
Mit den Händen etwas schnell oder fest ergreifen, um es zu halten, zu bewegen oder zu verhindern, dass es fällt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
zu
βασικό ρήμα
greifen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
greife zu
γ΄ ενικό πρόσωπο
greift zu
ενεστώτα μετοχή
zugreifend
απλός αόριστος
griff zu
παθητική μετοχή
hat gegriffen
Παραδείγματα
Greif fest zu, sonst rutscht es dir aus der Hand!
Πιάσε σφιχτά, αλλιώς θα γλιστρήσει από τα χέρια σου!



























