zuhören
zuhören
t͡su:hø:ʁən
tsooheurēn

Ορισμός και σημασία του "zuhören"στα γερμανικά

zuhören
01

ακούω προσεκτικά, δίνω προσοχή

Aufmerksam hören, was jemand sagt 
zuhören definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
zu
βασικό ρήμα
hören
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
höre zu
γ΄ ενικό πρόσωπο
hört zu
ενεστώτα μετοχή
zuhörend
απλός αόριστος
hörte zu
παθητική μετοχή
zugehört
Παραδείγματα
Bitte hör mir gut zu. 

Παρακαλώ, άκου με καλά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store