Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zu sein
[past form: zu war]
01
να είναι κλειστό, να είναι κλειδωμένο
Nicht geöffnet sein
Παραδείγματα
Das Buch liegt zu.
Το βιβλίο βρίσκεται κλειστό.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
να είναι κλειστό, να είναι κλειδωμένο