zu sein
Pronunciation
/tsˈuː zaɪn/

Ορισμός και σημασία του "zu sein"στα γερμανικά

zu sein
01

να είναι κλειστό, να είναι κλειδωμένο

Nicht geöffnet sein
zu sein definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
zu
βασικό ρήμα
sein
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
bin zu
γ΄ ενικό πρόσωπο
ist zu
ενεστώτα μετοχή
zu seiend
απλός αόριστος
zu war
παθητική μετοχή
zu gewesen
Παραδείγματα
Das Buch liegt zu.
Το βιβλίο βρίσκεται κλειστό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store