Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Zone
[gender: feminine]
01
ζώνη
Ein abgegrenzter Bereich mit einer bestimmten Funktion oder Regelung
Παραδείγματα
In dieser Zone ist Rauchen verboten.
Σε αυτή τη ζώνη, το κάπνισμα απαγορεύεται.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ζώνη