Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Zickzack
[gender: masculine]
01
ζιγκ ζαγκ, γραμμή ζιγκ ζαγκ
eine Linie, die ständig nach links und rechts hin‑ und hergeht
Παραδείγματα
Der Wind ließ das Papier im Zickzack durch die Luft fliegen.
Ο άνεμος έκανε το χαρτί να πετάει στον αέρα σε ζιγκ ζαγκ.



























