Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Ziel
[gender: neuter]
01
γραμμή τερματισμού, τερματισμός
Der Punkt, an dem eine Reise oder ein Wettkampf endet
Παραδείγματα
Das GPS zeigt uns den Weg zum Ziel.
Το GPS μας δείχνει το δρόμο προς τον προορισμό.
02
στόχος, σκοπός
Ein angestrebtes Ergebnis oder Vorhaben
Παραδείγματα
Das Projekt erreichte sein Ziel vor dem Termin.
Το έργο πέτυχε τον στόχο του πριν από την προθεσμία.


























