das ziel
ziel
tsi:l
τσιλ
ziegel

Ορισμός και σημασία του "ziel"στα γερμανικά

01

γραμμή τερματισμού, τερματισμός

Der Punkt, an dem eine Reise oder ein Wettkampf endet 
das Ziel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Ziele
γενική πτώση
Ziel(e)s
Παραδείγματα
Die Läufer nähern sich dem Ziel. 

Οι δρομείς πλησιάζουν στη γραμμή τερματισμού.

02

στόχος, σκοπός

Ein angestrebtes Ergebnis oder Vorhaben 
das Ziel definition and meaning
Παραδείγματα
Mein Ziel ist es, fließend Deutsch zu sprechen. 

Ο στόχος μου είναι να μιλάω άπταιστα γερμανικά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store