das Ziel
Pronunciation
/tsiːl/

Ορισμός και σημασία του "ziel"στα γερμανικά

01

γραμμή τερματισμού, τερματισμός

Der Punkt, an dem eine Reise oder ein Wettkampf endet
das Ziel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Ziel(e)s
πληθυντικός τύπος
Ziele
Παραδείγματα
Das GPS zeigt uns den Weg zum Ziel.
Το GPS μας δείχνει το δρόμο προς τον προορισμό.
02

στόχος, σκοπός

Ein angestrebtes Ergebnis oder Vorhaben
das Ziel definition and meaning
Παραδείγματα
Das Projekt erreichte sein Ziel vor dem Termin.
Το έργο πέτυχε τον στόχο του πριν από την προθεσμία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store