zerstreuen
zerstreuen
t͡sɛɐ̯ʃtʁɔɪ̯ən
tseshtroyēn

Ορισμός και σημασία του "zerstreuen"στα γερμανικά

zerstreuen
01

διασκορπίζω, σκαρώνω

Etwas in verschiedene Richtungen verteilen 
zerstreuen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
zer
βασικό ρήμα
streuen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
zerstreue
γ΄ ενικό πρόσωπο
zerstreut
ενεστώτα μετοχή
zerstreuend
απλός αόριστος
zerstreute
παθητική μετοχή
zerstreut
Παραδείγματα
Der Wind zerstreute die Blätter im Garten. 

Ο άνεμος διασκόρπισε τα φύλλα στον κήπο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store