Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zerstreuen
01
διασκορπίζω, σκαρώνω
Etwas in verschiedene Richtungen verteilen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
zer
βασικό ρήμα
streuen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
zerstreue
γ΄ ενικό πρόσωπο
zerstreut
ενεστώτα μετοχή
zerstreuend
απλός αόριστος
zerstreute
παθητική μετοχή
zerstreut
Παραδείγματα
Die Kinder zerstreuten Sand mit ihren Füßen am Strand.
Τα παιδιά διασκόρπισαν την άμμο με τα πόδια τους στην παραλία.



























